• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cookie cutter,
also UK: biscuit cutter
n
(tool for cutting dough into shapes) (φορμάκια για κόψιμο ζύμης)κουπ-πατ ουσ ουδ άκλ
  κουπάτ ουσ ουδ άκλ
 Mama used a cookie cutter to cut gingerbread men out of the dough.
 Η μαμά χρησιμοποίησε κουπ-πάτ, για να φτιάξει μπισκοτένια ανθρωπάκια από τη ζύμη.
cookie-cutter n as adjfigurative, informal (standardized, like all the others)συνηθισμένος, συμβατικός, κοινός επίθ
  που μοιάζει με πολλούς άλλους περίφρ
 Her unique voice guaranteed that she would not be viewed as just another cookie-cutter pop singer.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cookie cutter στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cookie cutter».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!